Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Ο Γ.Κλεμανσώ προς την Κόρινθο




Ματθαίου Χ.Ανδρεάδη


Ένα καλοκαιρινό πρωϊνό του 1901 ο δημοσιογράφος Γεώργιος Κλεμανσώ (φιλέλληνας και,μετέπειτα,ο μεγαλύτερος,μετά τον Ναπολέοντα,Γάλλος πολιτικός), ξεκινώντας απ΄τους Δελφούς φτάνει στο Γαλαξείδι και από εκεί στην Ιτέα,θαυμάζοντας,όπως γράφει, «την Κορινθιακή θάλασσα κάτω απ΄την άπλετη ροή του θείου φωτός,που ο τοξοβόλος Φοίβος επιδαψιλεύει στους εκλεκτούς του τόπους».Προορισμός του η Κόρινθος.Πάνω σ΄ένα σαθρό ακάτιο,με δύο ναύτες όλο κι΄όλο πλήρωμα.Κουρασμένος απ΄τον βαρύτατο καύσωνα,ξάπλωσε στο κατάστρωμα κι΄ άρχισε να ρεμβάζει ώσπου αποκοιμήθηκε.Του είχαν πεί πως το ταξείδι θα διαρκούσε 4 με 5 ώρες.΄Οταν ξύπνησε αργά το μεσημέρι,διαπίστωσε πως τα μετεωρολογικά καθυστέρησαν το ταξείδι.Δεν είχαν ξεκινήσει πολύ,όταν ξαφνικά ξέσπασε μπουρίνι που σάρωνε τον κόλπο,απ΄τον Ισθμό ως την Πάτρα.΄Ολοι τους πάλευαν μια ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Το πλοιάριο έπαιρνε κλίση προς τη θάλασσα, άλλαζε ρότα, βολτάριζε χωρίς να προχωράει.΄Εγινε σκέψη στους ναύτες να επιστρέψουν.«Αλλά μένα» (λέει,ο Γ. Κλεμανσώ) «με περίμεναν στην Κόρινθο. Και δεν μου άρεσε να μένω στο μέσο του δρόμου από απλή έλλειψη θελήσεως.Υποσχέθηκα να διπλασιάσω την αμοιβή και ο αγώνας με τα στοιχειά της φύσης επαναλήφθηκε.Χωρίς ούτ΄ ένα σύννεφο στον ουρανό,η θάλασσα συνέχιζε να χτυπάει το πλοιάριο.Τα κύματα κοντά και σκληρά το έκαναν να σκιρτάει στους αρμούς γογγύζοντας.Σε κάθε σκαμπανέβασμα το κύμα μας κουκούλωνε.Σηκωνόμαστε μουσκεμένοι και αμέσως πέφταμε στην επόμενη βουτιά κ.ο.κ.Συγκρατούμαστε να μη παρασυρθούμε.Προς στιγμήν σκέφθηκα να πω να με δέσουν.Φωνάζω στον καπετάνιο που βρισκόταν στο πηδάλιο:
-Πού είναι οι ναύτες;Ο ένας στ΄αμπάρι βρίζοντας όλους τους άγιους που ήξερε.Ο άλλος,σωριασμένος ανήμπορος παραδίπλα έκλαιγε.
-Εμείς τι κάνουμε;
-Κοιτάμε να σωθούμε.Επιστροφή αποκλείεται.Αν μπορέσουμε,θα ξωκείλουμε κάπου.(...)
Προσπάθησα να βοηθήσω.Ο καπετάνιος μου είπε να αμολάρω στο πανί.Δέθηκα στον ιστό απ΄τη ζώνη μ΄ενα σχοινί.
-Αμολάρετε το πανί,φώναζε ο καπετάνιος.Τεράστιοι όγκοι νερού έπεφταν πάνω μου απ΄τα κύματα.Κουτσά-στραβά ο καπετάνιος μου έδειξε πώς να το σηκώσω.Κι΄εγώ μπρούμυτα,κρατούσα το σχοινί κοιτάζοντας τον ιστό.Μετά ώρες,που η λαίλαπα έχασε την ορμή της,γύρισα να δω τι έγινε.
-Α,ξυπνήσατε;μου φώναξε ο καπετάνιος.Τώρα που φτάνουμε στην ξηρά ανοίξατε τα μάτια.
-Ξηρά!Είχαμε φτάσει σε μια παραλία με βότσαλα. Ακολουθούσε κάμπος με ροδοδάφνες.
-Δεν φτάσαμε ακόμη!Θέλουμε άλλη μια ώρα.Νυχτώνει όμως.Τώρα η δυσκολία μας είναι να προσεγγίσουμε την ξηρά χωρίς να ξωκείλουμε.Να είστε έτοιμος με το παράγγελμα.Τινάχθηκα πάνω και ετοιμάσθηκα.Αλλά μάταια.Η θάλασσα μας απωθούσε απ΄ την παραλία.
-Πού είμαστε τώρα;ρωτάω.
-Βλέπετε εκείνο το άσπρο σπιτάκι ψηλά στο λόφο; Εκεί είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός Ακράτας.
-΄Εχει τραίνο για Kόρινθο;
-΄Α,εσείς το χαβά σας.Αύριο το πρωί έχει τραίνο.Άς φτάσουμε όμως πρώτα στον σταθμό.
Επί τέλους φτάσαμε στην ξηρά,νύχτα.Βαρειά τα κύματα χύνονταν ορμητικά στα χαλίκια.Δεν βλέπαμε τίποτα άλλο απ΄την ασπρίλα των κυμάτων.Μετ΄από λίγο ο πιλότος στο πηδάλιο,φώναζε:Μολάρετε να πάρ΄ο διάολος.
Μου έφυγε το σχοινί και ο ιστός έπεσε πλαταγίζοντας.Τη στιγμή εκείνη μεγάλο κύμα μας τίναξε ψηλά και πέταξε το πλοιάριο στην ξηρά.
-Αυτό ήταν,φώναξε θριαμβευτικά ο καπετάνιος.
Με τους δυό ναύτες ύστερ΄από λίγο να μεταφέρουν τις αποσκευές μας,ανηφορήσαμε τον λόφο για την Ακράτα. Βρεμένος τουρτούριζα.Τα γόνατα μου δεν μπορούσαν να με κρατήσουν.Μετά μακρυά πορεία φτάσαμε στον σταθμό.Ο σταθμάρχης μιλώντας Γαλλικά σαν Παριζιάνος,μας ζέστανε με μαστίχα.΄Αλλαξα ρούχα και ξάπλωσα σε μια πέτρα σαν μαξιλάρι,σκεπασμένος μ΄ενα καραβόπανο.Ποτέ άλλοτε δεν κοιμήθηκα τόσο καλλίτερα.΄Οταν ξύπνησα,συνέχισα την οδοιπορία μου προς το σταθμό,αναπολώντας το αρχαίο ελληνικό ρητό «ού παντός πλείν εις Κόρινθον».

Δεν υπάρχουν σχόλια: